Το Λατομείο Maria Lanzendorf


«Το παρελθόν δεν είναι ποτέ νεκρό. Δεν είναι καν παρελθόν»


Το θέμα που μας ανατέθηκε είναι η «παράδοση». Δύσκολο θέμα, ακριβώς επειδή υπάρχουν τόσα πολλά που μπορούμε να πούμε για αυτή. Μελέτησα τι είχαν πει οι συνομιλητές μου τα προηγούμενα χρόνια – πολύ όμορφα πράγματα, πολύ αξιοπρεπή, και κάποιοι από αυτούς χρησιμοποίησαν την ιδέα του «υψηλού πολιτισμού» ως αφορμή για να στοχαστούν σχετικά με τη βαρβαρότητα – σωστή προσέγγιση, ακόμη περισσότερο καθώς αυτή η βαρβαρότητα είναι συγκεκριμένος τόπος με ιστορία. Ο τρομερός 20ος αιώνας, η «εποχή του Λυκοθήρα» όπως την αποκάλεσε ο Osip Mandelstam πριν πέσει κι ο ίδιος θύμα της, μας δίδαξε να κάνουμε αυτήν τη σύνδεση σχεδόν αυτοματοποιημένα. Η ύψιστη πολιτισμένη κορυφή από τη μια και τα βάθη της βαρβαρότητας από την άλλη. Μερικές φορές προκύπτει από αυτήν τη σύγκρουση μια περίεργη νέα λαϊκή παράδοση ή ακόμη και αστικοί μύθοι.

Έχουν ήδη περάσει δεκαοκτώ χρόνια. Ένας φίλος είχε πάρει μερικά εισιτήρια ως δώρο, ήμασταν περίεργοι, και έτσι πήγαμε στο Μαουτχάουζεν. Κάποιοι από τους αναγνώστες μπορεί ακόμη να θυμούνται. Μια ομάδα καλοπροαίρετων διοργανωτών – χρησιμοποιώ τη λέξη «καλοπροαίρετων» χωρίς ειρωνική χροιά, επειδή πραγματικά είχαν καλές προθέσεις, δεν είναι λίγο – είχε αποφασίσει να διοργανώσει μια συναυλία στη μνήμη της ναζιστικής φρίκης, στο στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν. Θέλοντας να διατηρήσουν μια ισορροπία στον τόπο όπου η φρίκη άγγιξε την κορύφωσή της, η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης θα έπαιζε μια από τις υψηλότερες πολιτιστικές κληρονομιές της ανθρωπότητας, την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν.

Ήρθαμε με το αυτοκίνητο από τη Βιέννη και παρκάραμε σε ένα από τα διαθέσιμα πάρκινγκ. Συνοδοί προειδοποιούσαν το κοινό να προσέξει κατά την κατάβαση των σκαλιών που οδηγούσαν στο λατομείο, ώσπου φτάσαμε. Μακριά από τη σκηνή όπου, μετά από κάποιους εναρκτήριους λόγους, η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης άρχισε να παίζει – και το έκανε πάρα πολύ καλά – ενώ η ίδια η μουσική του Μπετόβεν ήταν εξίσου υπέροχη όπως είναι… η μουσική του Μπετόβεν! Ο ήλιος έδυε σ΄ ένα καθάριο, ανοιξιάτικο ηλιοβασίλεμα, όσο θεατρικό θα μπορούσε να είναι. Εξαιρετικά μεγάφωνα μετέδιδαν τον καλύτερης ποιότητας ήχο, και επειδή η εταιρεία που παρείχε τον ηλεκτρικό εξοπλισμό προφανώς ήθελε να προσφέρει τις υψηλότερες υπηρεσίες της, υπήρχε επίσης ένα εντυπωσιακό σόου με χρωματιστά, συγχρονισμένα με τη μουσική φώτα στον τοίχο του λατομείου – από σκούρο κόκκινο σε βιολετί μέχρι τυρκουάζ. Αυτό ήταν κάτι φυσιολογικό στις υπαίθριες συναυλίες. Στην προκειμένη περίπτωση όμως φαίνεται ότι κανείς δεν σκέφτηκε πως θα ήταν καλύτερο να γίνει μια εξαίρεση.

Αλλά το πιο συναρπαστικό ήταν τα πουλιά. Δεν είχα ποτέ ακούσει μια κλασική συμφωνία να παίζεται υπαίθρια, και έτσι δεν ήμουν καθόλου προετοιμασμένος για το πώς, μεταξύ των παύσεων, τα πουλιά επανέλαβαν μοτίβα που μόλις είχαμε ακούσει – μια απάντηση από την άνοιξη, από την ίδια τη φύση, από την ακμάζουσα ζωή, στην τέχνη του Μπετόβεν. Ήταν μαγευτικό. Δεδομένου του μέρους που λάμβανε χώρα η συναυλία, δεν ξέραμε αν είχαμε καν το δικαίωμα να παρατηρήσουμε, πόσο μάλλον να μαγευόμαστε από όλο αυτό το σπάνιο θέαμα.

Και υπήρχε και κάτι άλλο. Όπου υπάρχουν τόσοι άνθρωποι συνωστισμένοι συνήθως είναι απαραίτητη και μια υπηρεσία ασφαλείας. Δεν θυμάμαι αν οι φύλακες που βρίσκονταν σε ετοιμότητα ανήκαν σε ιδιωτική εταιρεία ή αν ήταν αστυνομικοί. Αλλά θυμάμαι ακόμα ξεκάθαρα ότι για να εκτελέσουν το καθήκον τους καλύτερα, χρησιμοποίησαν την ήδη υπάρχουσα υποδομή. Καταλαβαίνετε που το πάω; Εννοώ ότι βρίσκονταν στους πυργίσκους. Έτσι, όσο νύχτωνε κι η μουσική του Μπετόβεν ακουγόταν όλο και πιο έντονη, κι ενώ ο τοίχος του λατομείου έλαμπε με αλλαγές μεθυστικών χρωμάτων, εκεί ψηλά στους πύργους μπορούσαμε να διακρίνουμε τις σιλουέτες ανθρώπων που στεκόντουσαν ακίνητοι σε… εμ, σε πυργίσκους φρούρησης!

Όταν η συμφωνία τελείωσε, ήταν πλέον νύχτα. Οι φύλακες ασφαλείας ψηλά στους πύργους δεν μπορούσαν πλέον να φανούν. Ένιωθα πνευματική ανάταση κι ήμουν χαρούμενος. Η Ενάτη του Μπετόβεν, από μία από τις καλύτερες ορχήστρες του κόσμου, τη Φιλαρμονική της Βιέννης, προφανώς θα είχε αυτή την επίδραση. Ταυτόχρονα, βέβαια, γνώριζα ότι αυτό δεν ήταν σκόπιμο. Υποτίθεται πως δεν έπρεπε να νιώθω ευφορία ή χαρά, αλλά… χμμ, πώς έπρεπε να νιώθω; Καταλάβαινα ότι οι γύρω μου βίωναν παρόμοια σύγχυση. Παρ’ όλα αυτά ήμασταν πραγματικά απλά χαρούμενοι. Δεν υπήρχε κάτι που θα μπορούσαμε να κάνουμε γι’ αυτό. Γιατί μόλις ακούσαμε την Ενάτη του Μπετόβεν, δεν μπορούσαμε να παρακάμψουμε αυτό το γεγονός. Ακούστηκαν οι τελευταίες νότες και μετά σιγή – είναι πιθανό, αν και δεν θυμάμαι πλέον, ότι στην έναρξη της συναυλίας μας είχαν ζητήσει να μην χειροκροτήσουμε. Ακριβώς αυτή την ευφορική και ταυτόχρονα άβολη στιγμή που είχε ήδη τραβήξει πολύ, μια από τις πιο διάσημες ηθοποιούς της χώρας ανέβηκε στη σκηνή και είπε στο μικρόφωνο με κοφτή φωνή: «Niemals vergessen»1! Και για κάποιο λόγο το επανέλαβε αμέσως μετά στα αγγλικά: «Never forget»! Και αποχώρησε από τη σκηνή…

Μας πήρε λίγο χρόνο να συνειδητοποιήσουμε πως η συναυλία είχε τελειώσει πια. Αν στεκόσουν στα δάχτυλα των ποδιών σου έβλεπες πως η Φιλαρμονική είχε ήδη αναχωρήσει. Έτσι κι εμείς. Τουλάχιστον προσπαθούσαμε, αλλά δεν ήταν τόσο εύκολο να βγούμε. Οποιοσδήποτε έχει παρακολουθήσει μια υπαίθρια συναυλία ανάμεσα σε χιλιάδες κόσμου, γνωρίζει αυτήν την κατάσταση, δεν μπορείς να βγεις αμέσως. Χρειάζεται λίγη ώρα πριν ένα τέτοιο συνωστισμένο πλήθος καταφέρει να διαλυθεί. Όμως σ’ αυτή την περίπτωση πήρε περισσότερο χρόνο από ό,τι συνήθως. Πολύ περισσότερο. Δεκαπέντε λεπτά πέρασαν, μετά είκοσι, μετά τριάντα. Αργά και βασανιστικά έγιναν σαράντα πέντε, ενώ εμείς ακόμη βρισκόμασταν ακριβώς στο ίδιο σημείο, και το πλήθος γύρω μας ήταν σχεδόν το ίδιο πυκνό. Άρχισα να θυμώνω. Μνημείο-ξεμνημείο, όλοι αρχίσαμε να θυμώνουμε, είναι δύσκολο να συγκρατήσεις αυτό το συναίσθημα. Είναι μια αντίδραση που αναδύεται όμοια όπως και η υπέροχη συναισθηματική κατάσταση που συνοδεύει το «Ω Χαρά, εκλεκτή λάμψη των θεοτήτων». Αν είναι αργά και θέλεις να πας σπίτι και τα πράγματα κινούνται τόσο βασανιστικά αργά, απλά θυμώνεις. «Γιατί οργανώθηκε έτσι ανόητα αυτή η συναυλία»; σκέφτηκα – ή ίσως, αρκετά ντροπιαστικά, το φώναξα δυνατά: «Γιατί δεν μπορούμε να βγούμε από εδώ»; Ναι, και τότε συνειδητοποίησα γιατί δεν βγαίναμε… Όποτε αφηγούμαι αυτή την ιστορία, νιώθω πως δεν μπορώ να μεταφέρω το δέος που ένιωσα εκείνη τη στιγμή, μέσα στη νύχτα. Πραγματικά φτάσαμε μπροστά σε μια σοκαριστική συνειδητοποίηση. Δεν μπορούσαμε να βγούμε από εκεί γιατί βρισκόμασταν στο λατομείο του Μαουτχάουζεν. Δεν μπορούσαμε να βγούμε επειδή το λατομείο του Μαουτχάουζεν είναι επίτηδες διαμορφωμένο με τον πιο ύπουλο τρόπο, ώστε να είναι σχεδόν ακατόρθωτο να βγεις.

Ξαφνικά, μου έγινε σαφές ότι ένα μέρος του εαυτού μου είχε θεωρήσει αυτό το λατομείο ως μια μεταφορική έννοια, κατά κάποιο τρόπο ένα αφηρημένο σύμβολο που αντιπροσώπευε πολλά διαφορετικά πράγματα. Αλλά εκείνη τη στιγμή ο τόπος αποκαλύφθηκε σε όλη του το ανατριχιαστικό μεγαλείο. Ήταν οι απότομοι πέτρινοι τοίχοι μεταξύ των οποίων δεν υπήρχε απολύτως καμία έξοδος κινδύνου, καμία πίσω πόρτα μέσω της οποίας θα μπορούσε να οδηγηθεί ο κόσμος έξω, παρά μόνο μια και μοναδική πέτρινη σκάλα στην οποία αμέτρητοι άνθρωποι είχαν σκοτωθεί με ένα απλό σπρώξιμο. Μια σκάλα που, αντίθετα με όλες τις σκάλες που χρησιμοποιούμε καθημερινά, δεν ήταν σχεδιασμένη ώστε να μπορεί να ανέβεις με ασφάλεια, αλλά αντίθετα ο σκοπός που δημιουργήθηκε είναι να σε κάνει να χάσεις την ισορροπία σου και να γκρεμοτσακιστείς. Ε, φυσικά, κανείς δεν θα μπορούσε να βγει! Το λατομείο δεν ήταν μια συναυλιακή αίθουσα, αλλά ένα πραγματικό, φρικιαστικό, ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, το λατομείο Μαρία Λάντσεντορφ. Ήταν ένα στιγμιότυπο τρομακτικό. Ήταν επίσης μια στιγμή σαφήνειας, κατά την οποία η συναυλία στη μνήμη της ναζιστικής φρίκης εκπλήρωσε απροσδόκητα τον σκοπό της. Εάν θυμάμαι σωστά, χρειάστηκαν σχεδόν δύο ώρες πριν μπορέσουμε να ανεβούμε τις σκάλες προς τον χώρο στάθμευσης και να φύγουμε.

Η αλήθεια είναι ότι δεν βρισκόμουν εκεί τυχαία τότε, δεκαοκτώ χρόνια πριν. Ήταν τυχαίο που πήρα ένα εισιτήριο, αλλά δεν ήταν τυχαίο που σκέφτηκα ότι η παρουσία μου θα μπορούσε να με βοηθήσει να κατανοήσω κάτι. Δεκαοκτώ χρόνια πριν, ο πατέρας μου ήταν ακόμη ζωντανός. Και πενήντα πέντε χρόνια πριν από αυτό, ήταν ο ίδιος κρατούμενος σε ένα παράρτημα του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν. Το παράρτημα στρατοπέδου «Μαρία Λάντσεντορφ» είναι ένα όνομα που δεν έχει βρει τη θέση του στην τοπογραφία του τρόμου, όπως το Νταχάου ή το Μαουτχάουζεν ή το Σόμπιμπορ ή το Άουσβιτς, ίσως επειδή υπήρχαν πολύ περισσότερα από αυτά που μπορούμε να αντέξουμε στη συλλογική μας μνήμη.

Ο πατέρας μου είχε συλληφθεί σε ηλικία δεκαεφτά ετών, και στάλθηκε στο λατομείο του Μαουτχάουζεν για καταναγκαστική εργασία. Με την πάροδο του χρόνου οι συνθήκες γίνονται πιο κατανοητές, αλλά αρχικά μπορεί κανείς μόνο να μαντέψει και να κάνει το καλύτερο που μπορεί. Κάποιοι έχουν καλή τύχη και άλλοι – η πλειοψηφία – απλώς δεν έχουν καθόλου τύχη. Σύμφωνα με τον ίδιο, όλα αυτά είναι τυχαία, αλλά πάντα είχα την αίσθηση ότι εκείνος το είδε διαφορετικά, ότι όλα αυτά τα γεγονότα ήταν μεμονωμένα μωσαϊκά της ίδιας αλήθεια. Ότι εκείνος το είδε ακριβώς όπως το είπε, πως από νεαρή ηλικία, είχε αναγκαστεί να κρύψει την ταυτότητά του για να επιβιώσει στη Βιέννη, και ότι η μοναδική τύχη του ήταν να βρει ανθρώπους που θα τον βοηθούσαν να το επιτύχει. Μονάχα σήμερα, αναλογιζόμενος το παρελθόν, αντιλαμβάνομαι πόσο λίγο μιλούσε για τα συμβάντα κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του στο κάτεργο Μαρία Λάντσεντορφ. Για να χρησιμοποιήσω μια σύγχρονη λέξη, άγνωστη στην εποχή του, σίγουρα θα είχε ένα γιγαντιαίο τραύμα από αυτή την εμπειρία. Από τις λίγες φορές που το έκανε, ανέφερε για έναν φρουρό με δυο γιγαντιαία λυκόσκυλα ανάμεσα από τα πόδια του, που μόλις έφτασε στο λατομείο, του είπε: «Δεν θα βγεις ζωντανός από εδώ». Ανέφερε για κρατούμενους που τους χτυπούσαν μέχρι θανάτου με μεταλλικά γκλομπ. Ανέφερε για την ημέρα των βρετανικών βομβαρδισμών, πως ήταν κλειδωμένοι στα κελιά τους περιμένοντας τη μοιραία βόμβα να βρει το κελί τους, τραγουδώντας τον ύμνο της «Διεθνούς». Ο πατέρας μου συνελήφθη κατά τύχη και επιβίωσε κατά τύχη. Ήδη προορισμένος για μεταφορά σε στρατόπεδο θανάτου, ήταν ένας από όσους μπήκαν σε μια τυχαία λίστα κρατουμένων προς απελευθέρωση. Κάποιοι φύλακες προβλέποντας της επερχόμενη ήττα, σκέφτηκαν πως δεν θα ήταν κακή ιδέα να υπάρξουν μάρτυρες πως εκείνοι τους άφησαν ελεύθερους. Μετά την απελευθέρωσή του πέρασε το υπόλοιπο του πολέμου κρυμμένος σ’ ένα κελάρι ώσπου άκουσε τους περαστικούς να μιλούν και να λένε τ’ όνομα της χώρας, «Αυστρία», μια λέξη απαγορευμένη από την επικράτηση των ναζιστικών τεράτων. Όλοι αυτοί οι συγγενείς που μας ανέφερε ο πατέρας μας όταν μιλούσε για τα παιδικά του χρόνια, όλοι στην οικογένειά μας που αργότερα σκοτώθηκαν, θα ήθελαν να φύγουν από αυτήν τη χώρα. Και ο Θεός ξέρει ότι προσπάθησαν. Και δεν πήραν «βίζα».

Έτσι, δεκαοκτώ χρόνια πριν, ήμουν στο Μαουτχάουζεν, όχι για να επιβιώσω, αλλά για να κατανοήσω. Και αυτό που κατάλαβα εκείνο το βράδυ, όταν η πολυπληθής συναυλία δεν με άφησε να φύγω αμέσως, ήταν ότι οι πληροφορίες δεν μεταδίδονται πάντα με λέξεις. Μερικές φορές, αυτό που βιώνεις, αυτό που βλέπεις, αυτό που αισθάνεσαι, έχει πολύ περισσότερη δύναμη από τις λέξεις για να διαμορφώσει την κατανόησή μας. Ήταν μια στιγμή που με έκανε να νιώσω την αφύπνιση της συνείδησής μου και να συνειδητοποιήσω την πραγματική φύση του μέρους αυτού, πέρα από το συμβολισμό και την ιστορική σημασία του. Το λατομείο ήταν πραγματικό. Ήταν φτιαγμένο από πέτρα. Δεν ήταν ένα σύμβολο. Ήταν τόσο πραγματικό, τόσο στιβαρό, όσο μπορεί να είναι το ίδιο το μάρμαρο. Και όλα όσα συνέβησαν εκεί μέσα, πραγματικά συνέβησαν.

Η επίσκεψή μου στο Μαουτχάουζεν με έκανε να συνειδητοποιήσω τη σημασία της εκπαίδευσης και της διατήρησης της μνήμης, για τα γεγονότα της ναζιστικής θηριωδίας και των συμβάντων που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Η αξία της διατήρησης τέτοιων μνημείων και της εκπαίδευσης των νέων για αυτά τα ιστορικά γεγονότα είναι σημαντική, ώστε να μην ξεχνάμε ποτέ τι συνέβη στο παρελθόν, και να μην επαναλαμβάνονται παρόμοιες τραγωδίες στο μέλλον. Το Μαουτχάουζεν δεν είναι μακριά από εδώ. Ούτε στο χώρο, ούτε στον χρόνο. Πραγματικά, δεν είναι και τόσο παλιό. Το «Ποτέ Μην Ξεχνάτε!» που, με μια μεγάλη χειρονομία, φώναξε η διάσημη ηθοποιός πάνω από τα κεφάλια του κοινού που ένιωθε ελαφρώς ντροπιασμένο για τη μουσική ευφορία του – δεν είναι απλώς ένα σύνθημα.

Τελικά, η φράση που έχει σημασία είναι «αυτή τη στιγμή». Αυτό σημαίνει ότι κάτι που αρχικά φαινόταν απόμακρο, στην πραγματικότητα είναι ακόμη κοντά μας και έχει έναν διαρκή αντίκτυπο στη ζωή μας, και με τον πιο απλό, πιο πρακτικό τρόπο. Αυτό μπορεί να ισχύει για το παρελθόν της μουσικής και της τέχνης, αλλά είναι εξίσου αληθινό για τις πολιτικές αποφάσεις. Η φράση του William Faulkner «Το παρελθόν δεν είναι ποτέ νεκρό. Δεν είναι καν παρελθόν» διατυπώνει μια πολύ απλή αλήθεια: Αυτό που κάποτε ήταν, η ιστορική μνήμη, δεν είναι νεκρή, δεν είναι ούτε παρελθόν, είναι ακόμη μαζί μας, ακόμη κι αν αποφασίσουμε να την αγνοήσουμε.

Ας έχει κανείς υπόψη ότι το Τρίτο Ράιχ δεν είναι απλά μια σαχλή φαντασιοπληξία άγρυπνων νοσταλγών του παρελθόντος. Αλλά ότι πριν από μισό αιώνα, ξεκινώντας από αυτή την ίδια τη χώρα μας, πραγματικές πλημμύρες προσφύγων ξεχύθηκαν προς την Ευρώπη, πλημμύρες από απελπισμένους, αποκλεισμένους ανθρώπους που είχαν εκδιωχθεί από την Αυστρία και που κανείς δεν ήθελε να δεχτεί. Μόνο τότε κάποιος μπορεί να διαμορφώσει διαφορετική γνώμη για τον σημερινό νεαρό καγκελάριο που η μεγαλύτερη υπερηφάνειά του βρίσκεται στο γεγονός ότι κατόρθωσε, σε συνεργασία με τον παρ’ ολίγο δικτάτορα της Ουγγαρίας, να κρατήσει μακριά από την πλούσια Ευρώπη μας απελπισμένους ανθρώπους χωρίς πατρίδες, διαβατήρια και δικαιώματα, που μπόρεσαν να ξεφύγουν από τη φρίκη με μόλις τα ρούχα που φορούν.

Το ότι ο πατέρας μου, αντίθετα με την πλειονότητα της οικογένειάς μας, επέζησε, οφείλεται σε μια αλληλουχία από πολύ απίθανα, ατυχή γεγονότα. Εάν δεν είχαν συμβεί – και για την πλειονότητα των ανθρώπων, δεν υπήρχαν τέτοιες τυχαίες σωτήριες ενέργειες – δεν θα βρισκόμουν ούτε εγώ εδώ, να στέκομαι μπροστά σας σήμερα. Αυτό επίσης δεν είναι μια μεταφορά, είναι η ωμή αλήθεια. «Παράδοση» είναι η παράδοση της γνώσης από τη μια γενιά στην επόμενη. Σημαίνει κυρίως αυτό που η διάσημη ηθοποιός εξέφρασε με υπερβολική δραματικότητα εκείνη τη στιγμή μπροστά στο μικρόφωνο, ενώ τα πουλιά επαναλάμβαναν αποσπάσματα από τη μουσική του Μπετόβεν: «Ποτέ Μην Ξεχνάς»!

Μην ξεχνάτε τι συνέβη. Αυτό δεν σημαίνει μόνο να κάνουμε στις επετείους όμορφα κονσέρτα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σημαίνει επίσης να βοηθάμε ανθρώπους που χρειάζονται βοήθεια, ακόμα κι αν έχουν διαφορετική θρησκεία, διαφορετικό πολιτισμό ή διαφορετικό χρώμα δέρματος, και να το κάνουμε στη μνήμη των εκδιωγμένων και των νεκρών μας, πριν από λίγο καιρό. Φέρσου στο συνάνθρωπο σου όπως θα ήθελες να σου φερθεί…

Σημειώσεις:

  1. Το απόσπασμα από τον Daniel Kehlmann προσφέρει μια συγκινητική περιγραφή της συναυλίας στο λατομείο του Μαουτχάουζεν και των συναισθημάτων που προκλήθηκαν από αυτήν την εμπειρία. Το έργο του Kehlmann αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της σχέσης μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος και του πώς η τέχνη μπορεί να αντανακλά αυτήν τη σχέση.
  2. Όμοια με τον πατέρα του συγγραφέα, και ο πατέρας του μεταφραστή ήταν φυλακισμένος μεταξύ 1942-1943 στο λατομείο του χωριού Maria Lanzerdorf, μέρος του ναζιστικού συμπλέγματος στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας και εκτελέσεων Mauthauzen2, στη Βιέννη της Αυστρίας.

Πρωτότυπο κείμενο:
Kehlmann, D. (2019). The Quarry. Versopolis, The European Review of Poetry, Books and Culture literature database. Ανακτήθηκε 04 Σεπτεμβρίου 2023, από https://www.versopolis.com/times/essay/704/the-quarry

Μετάφραση-επιμέλεια στα Ελληνικά:
Βασίλης Τσάκαλος


  1. Η φράση «Niemals vergessen» (Ποτέ Μην Ξεχνάτε!) αναφέρεται στη θεμελιώδη ανάγκη μας να μην ξεχάσουμε την ιστορία και τα εγκλήματα του παρελθόντος, όπως τις ναζιστικές θηριωδίες που διαπράχθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Τρίτου Ράιχ, κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η φράση χρησιμοποείται συχνά σε μνημεία και εκδηλώσεις μνήμης προς τιμή των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας, και ως υπενθύμιση του καθηκόντός μας να διατηρήσουμε την ιστορική μνήμη και να αντιμετωπίσουμε με σθένος τη βαρβαρότητα και το ρατσισμό. ↩︎
  2. Από το 1938 έως το 1945 το στρατόπεδο συγκέντρωσης Mauthausen ήταν ο κεντρικός άξονας ενός συστήματος περισσότερων από 40 μικρότερων στρατοπέδων συγκέντρωσης και πυρήνας της πολιτικής, κοινωνικής και ρατσιστικής δίωξης από το Εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς στην Αυστριακή επικράτεια. Από 190.000 φυλακισμένους εδώ, τουλάχιστον 90.000 από αυτούς τελικά εκτελέστηκαν. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα σχετικά με το σύμπλεγμα στρατοπέδων συγκέντρωσης Mauthausen: https://www.mauthausen-memorial.org/en/History/The-Mauthausen-Concentration-Camp-19381945/Groups-of-Prisoners ↩︎